ἀφανίζω

ἀφανίζω делать невидимым, затемнять; искажать, уничтожать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀφανίζω" в других словарях:

  • ἀφανίζω — make unseen pres subj act 1st sg ἀφανίζω make unseen pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αφανίζω — αφανίζω, αφάνισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αφανίζω — (AM ἀφανίζω) [αφανής] 1. εξαφανίζω 2. καταστρέφω, εξοντώνω 3. καταστρέφω οικονομικά κάποιον ή κατασπαταλώ περιουσία 4. καταβάλλω, καταπονώ νεοελλ. διακορεύω, καταστρέφω ηθικά αρχ. μσν. αφαιρώ κάτι από κάποιον μσν. παραπλανώ αρχ. 1. κρύβω,… …   Dictionary of Greek

  • αφανίζω — [афаниэо] ρ. уничтожать, истреблять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αφανίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. εξαφανίζω, κρύβω: Αφανίστηκε από το πρόσωπο της Γης. 2. φθείρω, καταστρέφω: Αυτή τη χρονιά μάς αφάνισαν οι αρρώστιες. 3. εξουθενώνω, εκμηδενίζω: Τους αφάνισαν στο ξύλο. Ουσ. αφάνιση, η και αφανισμός, ο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • 'φανίζω — ἀφανίζω , ἀφανίζω make unseen pres subj act 1st sg ἀφανίζω , ἀφανίζω make unseen pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανίζῃ — ἀφανίζω make unseen pres subj mp 2nd sg ἀφανίζω make unseen pres ind mp 2nd sg ἀφανίζω make unseen pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανίσατε — ἀφανίζω make unseen aor imperat act 2nd pl ἀ̱φανίσατε , ἀφανίζω make unseen aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀφανίζω make unseen aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανίσουσι — ἀφανίζω make unseen aor subj act 3rd pl (epic) ἀφανίζω make unseen fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀφανίζω make unseen fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανίσουσιν — ἀφανίζω make unseen aor subj act 3rd pl (epic) ἀφανίζω make unseen fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀφανίζω make unseen fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠφανισμένα — ἀφανίζω make unseen perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἠφανισμένᾱ , ἀφανίζω make unseen perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) ἠφανισμένᾱ , ἀφανίζω make unseen perf part mp fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.